Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
classist
01
ταξικός, διακριτικός βάσει κοινωνικής τάξης
marked by discrimination against or prejudice toward individuals or groups based on their social class
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most classist
συγκριτικός βαθμός
more classist
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Activists are working to raise awareness about classist discrimination and promote more inclusive policies.
Οι ακτιβιστές εργάζονται για την ευαισθητοποίηση σχετικά με την ταξική διάκριση και την προώθηση πιο συμπεριληπτικών πολιτικών.



























