chiefdom
chief
ˈʧi:f
chif
dom
dəm
dēm
fiefdom

Ορισμός και σημασία του "chiefdom"στα αγγλικά

01

αρχηγείο, σύστημα αρχηγών

a form of sociopolitical organization in which a centralized authority governs a community or a collection of communities 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chiefdoms
Παραδείγματα
In a chiefdom, the chief often inherits their position and wields considerable influence over the tribe's decision-making processes. 

Σε ένα αρχηγείο, ο αρχηγός συχνά κληρονομεί τη θέση του και ασκεί σημαντική επιρροή στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων της φυλής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

chiefdom
chief
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store