goal kick
goal
gəʊl
gewl
kick
kɪk
kik

Ορισμός και σημασία του "goal kick"στα αγγλικά

01

έξωση τέρματος, λάκτισμα τέρματος

(soccer) a free kick taken from the goal area when the ball crosses the goal line, last touched by an attacker 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
goal kicks
Παραδείγματα
The goalkeeper took a goal kick to clear the ball downfield. 

Ο τερματοφύλακας πραγματοποίησε μια εκτέλεση από την εστία για να απομακρύνει την μπάλα προς τα εμπρός.

02

λάκτισμα προς τα τέρματα, βολή προς τα τέρματα

(rugby) a kick at goal taken to score points after a try or penalty 
Παραδείγματα
He lined up the goal kick with precision. 

Προσάρμοσε το λάκτισμα εις γκολ με ακρίβεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store