go-to
go
gəʊ
gew
to
tu:
too
guru

Ορισμός και σημασία του "go-to"στα αγγλικά

01

προτιμώμενος, αξιόπιστος

always relied on or preferred for a particular need or situation 
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most go-to
συγκριτικός βαθμός
more go-to
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The café is my go-to spot for coffee and pastries. 

Το καφέ είναι το αγαπημένο μου μέρος για καφέ και γλυκά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store