Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Practical education
01
πρακτική εκπαίδευση, πρακτική μόρφωση
an educational approach focused on imparting real-world skills and knowledge through hands-on experiences and applications
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Practical education programs incorporate internships, apprenticeships, and fieldwork to provide students with practical skills and experience in their chosen fields.
Τα προγράμματα πρακτικής εκπαίδευσης ενσωματώνουν πρακτική άσκηση, μαθητεία και εργασία στο πεδίο για να παρέχουν στους μαθητές πρακτικές δεξιότητες και εμπειρία στους επιλεγμένους τους τομείς.



























