Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cooperative learning
/koʊˈɑːpɚɹətˌɪv lˈɜːnɪŋ/
Cooperative learning
01
συνεργατική μάθηση, μαθησιακή συνεργασία
an instructional approach where students collaborate in structured groups to achieve shared objectives, emphasizing teamwork and accountability
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Cooperative learning sessions in the music class allowed students to collaborate on composing a piece of music.
Οι συνεδρίες συνεργατικής μάθησης στο μάθημα της μουσικής επέτρεψαν στους μαθητές να συνεργαστούν στη σύνθεση ενός μουσικού κομματιού.



























