Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Junkman
01
παλαιοπώλης, συλλέκτης παλιών αντικειμένων
an individual who gathers different things like old metal, clothes, furniture, and other stuff from homes or businesses
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
junkmen
Παραδείγματα
After refurbishing items, the junk dealer resold them to customers seeking affordable options.
Μετά την ανακαίνιση των αντικειμένων, ο παλιατζής τα ξαναπούλησε σε πελάτες που αναζητούσαν προσιτές επιλογές.



























