Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Junker
01
γιούνκερ, μέλος της πρωσικής αριστοκρατίας γνωστό ιδιαίτερα για τον μιλιταρισμό του
member of the Prussian aristocracy noted especially for militarism
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
junkers
02
σκατάνθρωπος, παλιοαμάξι
an old, beat-up car that is not in good shape
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Their family used to have a junker that always broke down on long trips.
Η οικογένειά τους είχε ένα σκαραβαίο που πάντα χαλούσε σε μακρινά ταξίδια.



























