Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Junkyard
01
σκουπιδότοπος, νεκροταφείο αυτοκινήτων
a location where various old, damaged items such as vehicles, machinery, and other items are collected, stored, and often sold for parts or recycled
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
junkyards
Παραδείγματα
The old car was taken to the junkyard after it broke down and couldn't be repaired.
Το παλιό αυτοκίνητο μεταφέρθηκε στη σκυταριά αφού χαλάσει και δεν μπορούσε να επισκευαστεί.



























