Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tick away
[phrase form: tick]
01
περνάω, προχωρώ
(of time, day, etc.) to gradually pass, indicating the continuous progression of moments or events
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
tick
ενεστώτας
tick away
γ΄ ενικό πρόσωπο
ticks away
ενεστώτα μετοχή
ticking away
απλός αόριστος
ticked away
παθητική μετοχή
ticked away
Παραδείγματα
As I waited for the train, I observed the minutes tick by on the station clock, eager to begin my journey.
Καθώς περίμενα το τρένο, παρατήρησα τα λεπτά να περνούν στο ρολόι του σταθμού, ανυπόμονος να ξεκινήσω το ταξίδι μου.
02
τικ-τακ, κάνει τικ-τακ
(of watches, clocks, etc.) to make a rhythmic short sound as time progresses
Παραδείγματα
As I lay in bed, I listened to the wall clock ticking away, counting the seconds until morning.
Καθώς ξαπλώναμ στο κρεβάτι, άκουγα το ρολόι του τοίχου να χτυπάει, μετρώντας τα δευτερόλεπτα μέχρι το πρωί.



























