Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tick-tock
01
τικ-τοκ, τικ-τακ
the sound a clock makes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The tick-tock of the old grandfather clock echoed through the hall.
Ο τικ-τοκ του παλιού ρολογιού του παππού αντηχούσε στο χώρο.
to tick-tock
01
κάνω τικ-τοκ, εκπέμπω τικ-τοκ
make a sound like a clock or a timer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tick-tock
γ΄ ενικό πρόσωπο
tick-tocks
ενεστώτα μετοχή
tick-tocking
απλός αόριστος
tick-tocked
παθητική μετοχή
tick-tocked



























