Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scrapyard
01
σκουπιδότοπος, χώρος μεταλλικού σκραπ
a location where various old, used, or damaged items, such as vehicles, machinery, and other metal objects, are collected and often recycled or sold
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scrapyards
Παραδείγματα
The old car was towed to the scrapyard after sitting abandoned in a field for years.
Το παλιό αυτοκίνητο ρυμουλκήθηκε στον χώρο σκραπ μετά από χρόνια εγκατάλειψης σε ένα χωράφι.
Λεξικό Δέντρο
scrapyard
scrap
yard



























