Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
declasse
01
εκφυλισμένος
having lost social or cultural status, often implying a decline in class or prestige
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most declasse
συγκριτικός βαθμός
more declasse
διαβαθμίσιμο



























