well-padded
Pronunciation
/wˈɛlpˈædᵻd/

Ορισμός και σημασία του "well-padded"στα αγγλικά

well-padded
01

καλά φουσκωμένο, στρουμπουλό

having extra body weight
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most well-padded
συγκριτικός βαθμός
more well-padded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The well-padded cat lazed contentedly in the sunbeam streaming through the window.
Η καλά φουσκωμένη γάτα τεμπελιάζεικαταχαρούμενα στην αχτίδα του ήλιου που έμπαινε από το παράθυρο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store