Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
programmatically
01
προγραμματικά, με προγραμματισμένο τρόπο
in a way that is done or controlled by a set of instructions or a particular method
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The data was processed programmatically, with algorithms handling the analysis.
Τα δεδομένα επεξεργάστηκαν προγραμματικά, με αλγόριθμους να χειρίζονται την ανάλυση.



























