Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unapologetically
01
χωρίς συγγνώμη, χωρίς τύψεις
in a way that shows no regret or remorse, even if others are offended
Παραδείγματα
The artist unapologetically pushed boundaries, regardless of criticism.
Ο καλλιτέχνης χωρίς τύψεις έσπρωξε τα όρια, ανεξάρτητα από την κριτική.
Λεξικό Δέντρο
unapologetically
apologetically



























