Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
overextended
01
υπερφορτωμένος, υπερτεντωμένος
having committed to or taken on more tasks, responsibilities, or financial obligations than can be comfortably managed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most overextended
συγκριτικός βαθμός
more overextended
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
overextended
extended
extend



























