Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
horrendously
01
φρικτά, τρομακτικά
in a manner that is extremely dreadful, shocking, or terrifying
Παραδείγματα
The environmental pollution affected the ecosystem horrendously, harming wildlife.
Η περιβαλλοντική ρύπανση επηρέασε τρομερά το οικοσύστημα, βλάπτοντας την άγρια ζωή.
Λεξικό Δέντρο
horrendously
horrendous



























