Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
overfilled
01
υπεργεμάτος, ξεχειλίζων
filled to an excessive or overflowing extent, often beyond its intended capacity
Παραδείγματα
An overfilled schedule left him exhausted by noon.
Ένα υπερβολικά γεμάτο πρόγραμμα τον άφησε εξαντλημένο μέχρι το μεσημέρι.
Λεξικό Δέντρο
overfilled
filled
fill



























