toylike
toy
ˈtɔɪ
τοϊ
like
laɪk
λαικ
boylike

Ορισμός και σημασία του "toylike"στα αγγλικά

01

σαν παιχνίδι, παιχνιδιάρικο

resembling a toy in appearance, often indicating small size, simplicity, or a playful quality 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most toylike
συγκριτικός βαθμός
more toylike
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, size, play
Παραδείγματα
The toylike car was bright red with exaggerated, cartoonish wheels. 

Το παιχνιδιάρικο αυτοκίνητο ήταν έντονα κόκκινο με υπερβολικά, καρτούν τροχούς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

toylike
toy
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store