Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to delight in
01
απολαμβάνω, χαίρομαι
to take great pleasure or joy in something
Transitive: to delight in doing sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
delight
ενεστώτας
delight in
γ΄ ενικό πρόσωπο
delights in
ενεστώτα μετοχή
delighting in
απλός αόριστος
delighted in
παθητική μετοχή
delighted in
Παραδείγματα
She delights in spending time with her grandchildren, cherishing every moment.
Αυτή χαίρεται να περνάει χρόνο με τα εγγόνια της, αγαπώντας κάθε στιγμή.



























