Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disconfirm
01
αναιρώ, διαψεύδω
to prove that a belief or hypothesis is incorrect or false
Transitive: to disconfirm a belief or hypothesis
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disconfirm
γ΄ ενικό πρόσωπο
disconfirms
ενεστώτα μετοχή
disconfirming
απλός αόριστος
disconfirmed
παθητική μετοχή
disconfirmed
Παραδείγματα
The experiment disconfirmed the hypothesis proposed by the researchers.
Το πείραμα απέδειξε λανθασμένη την υπόθεση που προτάθηκε από τους ερευνητές.
Λεξικό Δέντρο
disconfirm
confirm



























