Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to whinge
01
γκρινιάζω, παραπονιέμαι
to complain in a persistent and annoying manner
Dialect
British
Intransitive: to whinge about sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
whinge
γ΄ ενικό πρόσωπο
whinges
ενεστώτα μετοχή
whingeing
απλός αόριστος
whinged
παθητική μετοχή
whinged
Παραδείγματα
Despite the pleasant weather, Mark continued to whinge about the lack of shade at the picnic.
Παρά τον ευχάριστο καιρό, ο Mark συνέχισε να γκρινιάζει για την έλλειψη σκιάς στο πικνίκ.
Whinge
01
παράπονο, γκρίνια
a small or petty complaint, often expressed in a whining tone
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whinges
Παραδείγματα
Her whinge was about the food being too cold.
Κάθε γκρίνια της ήταν για το φαγητό που ήταν πολύ κρύο.



























