to whinge
Pronunciation
/wˈɪndʒ/

Ορισμός και σημασία του "whinge"στα αγγλικά

to whinge
01

γκρινιάζω, παραπονιέμαι

to complain in a persistent and annoying manner
Dialectbritish flagBritish
Intransitive: to whinge about sth
to whinge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
whinge
γ΄ ενικό πρόσωπο
whinges
ενεστώτα μετοχή
whingeing
απλός αόριστος
whinged
παθητική μετοχή
whinged
Παραδείγματα
Jenny 's friends avoided inviting her to outings because she tended to whinge about every little detail.
Οι φίλοι της Τζένη απέφευγαν να την καλούν σε εκδρομές γιατί είχε την τάση να γκρινιάζει για κάθε μικρή λεπτομέρεια.
01

παράπονο, γκρίνια

a small or petty complaint, often expressed in a whining tone
Dialectbritish flagBritish
whinge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whinges
Παραδείγματα
Her whinge about the slow Wi-Fi made us laugh.
Το γκρίνιασμα της για το αργό Wi-Fi μας έκανε να γελάσουμε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store