Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tap into
01
αξιοποιώ, προσπελαύνω
to access or make use of a resource or source of information
Transitive: to tap into a resource
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
tap
ενεστώτας
tap into
γ΄ ενικό πρόσωπο
taps into
ενεστώτα μετοχή
tapping into
απλός αόριστος
tapped into
παθητική μετοχή
tapped into
Παραδείγματα
During the workshop, participants were encouraged to tap into their personal experiences to contribute diverse perspectives to the discussion.
Κατά τη διάρκεια του εργαστηρίου, οι συμμετέχοντες ενθαρρύνθηκαν να αξιοποιήσουν τις προσωπικές τους εμπειρίες για να συνεισφέρουν διαφορετικές προοπτικές στη συζήτηση.



























