to tap into
tap
tæp
ταιπ
in
ɪn
ιν
to
tu:
του

Ορισμός και σημασία του "tap into"στα αγγλικά

to tap into
01

αξιοποιώ, προσπελαύνω

to access or make use of a resource or source of information 
Transitive: to tap into a resource
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
tap
ενεστώτας
tap into
γ΄ ενικό πρόσωπο
taps into
ενεστώτα μετοχή
tapping into
απλός αόριστος
tapped into
παθητική μετοχή
tapped into
Παραδείγματα
Successful leaders often tap into the strengths of their team members. 

Οι επιτυχημένοι ηγέτες συχνά αξιοποιούν τις δυνατότητες των μελών της ομάδας τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store