Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Divestment
01
αποεπένδυση, πώληση περιουσιακών στοιχείων
the process of selling off assets, subsidiaries, or investments, often for strategic, ethical, or financial reasons
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
divestment
divest



























