Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
closeted
01
μη δηλωμένος, στην ντουλάπα
not openly revealing one's sexual orientation or gender identity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most closeted
συγκριτικός βαθμός
more closeted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She shared a story about growing up closeted in a conservative town.
Λεξικό Δέντρο
closeted
closet



























