first-ever
first
fɜ:st
fēst
e
ɛ
e
ver

Ορισμός και σημασία του "first-ever"στα αγγλικά

first-ever
01

πρώτος στην ιστορία, πρωτοφανής

happening for the first time in history or within a specific context 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The team celebrated their first-ever championship win with great enthusiasm. 

Η ομάδα γιόρτασε την πρώτη της νίκη στο πρωτάθλημα με μεγάλο ενθουσιασμό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store