first-ever
Pronunciation
/fˈɜːstˈɛvɚ/

Ορισμός και σημασία του "first-ever"στα αγγλικά

first-ever
01

πρώτος στην ιστορία, πρωτοφανής

happening for the first time in history or within a specific context
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The school hosted its first-ever science fair, showcasing student projects.
Το σχολείο φιλοξένησε την πρώτη επιστημονική έκθεση, παρουσιάζοντας έργα μαθητών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store