Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cohabitating
01
συνδιαιτώμενος
living together and sharing a home, typically referring to unmarried couples in a romantic relationship
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cohabitating
συγκριτικός βαθμός
more cohabitating
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The cohabitating couple shared responsibilities and expenses in their shared apartment.
Το ζευγάρι που συνέζησε μοιράστηκε τις ευθύνες και τα έξοδα στο κοινό διαμέρισμά τους.



























