Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hearing impaired
01
κωφός, με ακουστικές βλάβες
having a partial or complete loss of hearing
Παραδείγματα
The hearing impaired musician enjoys playing instruments with strong vibrations that can be felt.
Ο κωφός μουσικός απολαμβάνει να παίζει όργανα με ισχυρές δονήσεις που μπορούν να αισθανθούν.



























