Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hearing impaired
01
κωφός, με ακουστικές βλάβες
having a partial or complete loss of hearing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The hearing impaired student uses hearing aids to assist with communication in the classroom.
Ο κωφός μαθητής χρησιμοποιεί ακουστικές βοηθήσεις για να βοηθήσει στην επικοινωνία στην τάξη.



























