Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
undoubtable
01
αναμφισβήτητος, αδιαμφισβήτητος
impossible to question or deny
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undoubtable
συγκριτικός βαθμός
more undoubtable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His undoubtable expertise in the field earned him widespread respect among his peers.
Η αδιαμφισβήτητη εμπειρογνωμοσύνη του στον τομέα του χάρισε ευρεία σεβασμό ανάμεσα στους συναδέλφους του.



























