undoubtable
Pronunciation
/ʌndˈaʊɾəbəl/

Ορισμός και σημασία του "undoubtable"στα αγγλικά

undoubtable
01

αναμφισβήτητος, αδιαμφισβήτητος

impossible to question or deny
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undoubtable
συγκριτικός βαθμός
more undoubtable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The undoubtable sincerity of her apology made it easier for them to reconcile.
Η αναμφίβολη ειλικρίνεια της συγγνώμης της έκανε ευκολότερη τη συμφιλίωσή τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store