Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
undoubtable
01
αναμφισβήτητος, αδιαμφισβήτητος
impossible to question or deny
Παραδείγματα
The undoubtable sincerity of her apology made it easier for them to reconcile.
Η αναμφίβολη ειλικρίνεια της συγγνώμης της έκανε ευκολότερη τη συμφιλίωσή τους.



























