undoubtable
un
ˌʌn
an
doub
ˈdaʊ
daw
table
təbl
tēbl
undatableendurable

Ορισμός και σημασία του "undoubtable"στα αγγλικά

undoubtable
01

αναμφισβήτητος, αδιαμφισβήτητος

impossible to question or deny 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undoubtable
συγκριτικός βαθμός
more undoubtable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His undoubtable expertise in the field earned him widespread respect among his peers. 

Η αδιαμφισβήτητη εμπειρογνωμοσύνη του στον τομέα του χάρισε ευρεία σεβασμό ανάμεσα στους συναδέλφους του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store