Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
foundational
01
θεμελιώδης, βασικός
forming the basis or essential framework of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Good nutrition is foundational for maintaining overall health and well-being.
Η καλή διατροφή είναι θεμελιώδης για τη διατήρηση της γενικής υγείας και ευεξίας.
Λεξικό Δέντρο
foundationally
foundational
foundation



























