caught
caught
kɔ:t
kawt
squatyachtsadatallot

Ορισμός και σημασία του "caught"στα αγγλικά

01

πιασμένος, παγιδευμένος

having been captured or trapped 
caught definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most caught
συγκριτικός βαθμός
more caught
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
state, law, action
Παραδείγματα
The caught thief was taken into custody by the police. 

Ο συλληφθείς κλέφτης τέθηκε υπό κράτηση από την αστυνομία.

01

πιάσιμο, αλιεύεται

a situation in cricket where a batsman is out when a fielder catches the ball on the full after the batsman hits it 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
caughts
Παραδείγματα
The fielder’s quick reflexes resulted in a stunning caught. 

Οι γρήγορες αντανακλάσεις του fielder οδήγησαν σε μια εντυπωσιακή πιάσιμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store