tried
Pronunciation
/ˈtɹaɪd/

Ορισμός και σημασία του "tried"στα αγγλικά

01

δοκιμασμένος, δοκιμασμένο

having been attempted or tested
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tried
συγκριτικός βαθμός
more tried
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The tried remedy provided relief for her cold symptoms.
Το δοκιμασμένο φάρμακο ανακούφισε τα συμπτώματα του κρυολογήματός της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store