tried
tried
traɪd
traid
triadtiredtreed

Ορισμός και σημασία του "tried"στα αγγλικά

01

δοκιμασμένος, δοκιμασμένο

having been attempted or tested 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tried
συγκριτικός βαθμός
more tried
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The tried method proved effective in solving the problem. 

Η δοκιμασμένη μέθοδος αποδείχθηκε αποτελεσματική στην επίλυση του προβλήματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store