Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shareable
01
διαμοιραζόμενο, διανεμητέο
capable of being shared or easily distributed among individuals or groups
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shareable
συγκριτικός βαθμός
more shareable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The shareable link allows users to easily distribute the document to others.
Ο διαμοιραζόμενος σύνδεσμος επιτρέπει στους χρήστες να διανέμουν εύκολα το έγγραφο σε άλλους.
Λεξικό Δέντρο
shareable
share



























