Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
overpowered
01
υπερβολικά δυνατός, πολύ ισχυρός
referring to a game element, character, or ability that is excessively strong or dominant, often giving an unfair advantage compared to other elements or players
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most overpowered
συγκριτικός βαθμός
more overpowered
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
overpowered
powered
power



























