wallscape
walls
ˈwɔ:ls
vawls
cape
keɪp
keip

Ορισμός και σημασία του "wallscape"στα αγγλικά

01

τοιχογραφία, μεγάλη εξωτερική διαφημιστική προβολή

a large outdoor advertising display that covers an entire wall or building façade with eye-catching graphics or messages 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wallscapes
Παραδείγματα
The new wallscape on the side of the building caught everyone's attention during rush hour. 

Το νέο wallscape στην πλευρά του κτιρίου τράβηξε την προσοχή όλων κατά τις ώρες αιχμής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store