Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wallow
01
απολαμβάνω υπερβολικά, βυθίζομαι
to indulge or revel in a particular feeling or activity, often with a sense of self-pity or excessive enjoyment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
wallow
γ΄ ενικό πρόσωπο
wallows
ενεστώτα μετοχή
wallowing
απλός αόριστος
wallowed
παθητική μετοχή
wallowed
Παραδείγματα
She wallows in despair, unable to shake off the feelings of sadness that engulf her.
Αυτή βυθίζεται στην απελπισία, ανίκανη να ξεφορτωθεί τα συναισθήματα θλίψης που την κατακλύζουν.
02
κυλιέμαι, τσακίζομαι
roll around
03
ανυψώνομαι σαν κύματα, κυματίζω
rise up as if in waves
04
απολαμβάνω, ευχαριστιέμαι
delight greatly in
05
απολαμβάνω, ευχαριστιέμαι
be ecstatic with joy
Wallow
01
κυλιέμαι, τεμπελιάζω να κυλώ
an indolent or clumsy rolling about
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wallows
02
νερόλακκος όπου τα ζώα κυλιούνται, λάκκος λάσπης για ζώα
a puddle where animals go to wallow



























