wallet
wa
ˈwɒ
vo
llet
lɪt
lit
willet

Ορισμός και σημασία του "wallet"στα αγγλικά

01

πορτοφόλι, βαλές

a pocket-sized, folding case that is used for storing paper money, coin money, credit cards, etc. 
wallet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wallets
Παραδείγματα
He reached into his back pocket and pulled out his wallet. 

Έβαλε το χέρι του στην πίσω τσέπη και έβγαλε το πορτοφόλι του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store