to wallow
wa
ˈwɒ
vo
llow
ləʊ
lew
willow

Ορισμός και σημασία του "wallow"στα αγγλικά

to wallow
01

απολαμβάνω υπερβολικά, βυθίζομαι

to indulge or revel in a particular feeling or activity, often with a sense of self-pity or excessive enjoyment 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
wallow
γ΄ ενικό πρόσωπο
wallows
ενεστώτα μετοχή
wallowing
απλός αόριστος
wallowed
παθητική μετοχή
wallowed
Παραδείγματα
She wallows in despair, unable to shake off the feelings of sadness that engulf her. 

Αυτή βυθίζεται στην απελπισία, ανίκανη να ξεφορτωθεί τα συναισθήματα θλίψης που την κατακλύζουν.

02

κυλιέμαι, τσακίζομαι

roll around 
03

ανυψώνομαι σαν κύματα, κυματίζω

rise up as if in waves 
04

απολαμβάνω, ευχαριστιέμαι

delight greatly in 
05

απολαμβάνω, ευχαριστιέμαι

be ecstatic with joy 
01

κυλιέμαι, τεμπελιάζω να κυλώ

an indolent or clumsy rolling about 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wallows
02

νερόλακκος όπου τα ζώα κυλιούνται, λάκκος λάσπης για ζώα

a puddle where animals go to wallow 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store