autoplay
au
ˈɔ:
aw
to
təʊ
tew
play
pleɪ
plei

Ορισμός και σημασία του "autoplay"στα αγγλικά

01

αυτόματη αναπαραγωγή, αυτόματη εκτέλεση

the automatic and continuous playback of content without requiring the user to manually start each item 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
I hate it when autoplay kicks in and plays a video I didn't want to watch. 

Μισώ όταν ενεργοποιείται η αυτόματη αναπαραγωγή και παίζει ένα βίντεο που δεν ήθελα να δω.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store