Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Receptive skill
01
δεκτική ικανότητα, δεκτική δεξιότητα
the ability to understand and comprehend language, either through listening or reading, in order to extract meaning and comprehend the message being conveyed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
receptive skills



























