Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Negotiated output
01
διαπραγματευμένη παραγωγή, συμφωνηθείσα έξοδος
the language production of a learner that is collaboratively constructed and modified through interaction with others, allowing for feedback, clarification, and refinement of language skills
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
negotiated outputs



























