Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Negotiation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
negotiations
Παραδείγματα
The team entered negotiation with a strong position and clear objectives.
Η ομάδα μπήκε σε διαπραγματεύσεις με ισχυρή θέση και σαφείς στόχους.
02
διαπραγμάτευση, μεταβίβαση
the act or process of transferring legal ownership of a document, such as a negotiable instrument
Παραδείγματα
Negotiation of the document required both signatures.
Η διαπραγμάτευση του εγγράφου απαιτούσε και τις δύο υπογραφές.
Λεξικό Δέντρο
negotiation
negotiate
negoti



























