Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Negotiation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
negotiations
Παραδείγματα
The negotiation between the two countries resulted in a historic peace treaty.
Η διαπραγμάτευση μεταξύ των δύο χωρών κατέληξε σε μια ιστορική συνθήκη ειρήνης.
02
διαπραγμάτευση, μεταβίβαση
the act or process of transferring legal ownership of a document, such as a negotiable instrument
Παραδείγματα
The negotiation of the promissory note was completed yesterday.
Η διαπραγμάτευση της συναλλαγματικής ολοκληρώθηκε χθες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
negotiation
negotiate
negoti



























