Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Selective mutism
01
εκλεκτική αλαλία, επιλεκτική αλαλία
an anxiety disorder characterized by a consistent failure to speak in specific social situations despite having the ability to speak in other contexts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
selective mutisms



























