sociative case
Pronunciation
/sˈoʊsiətˌɪv kˈeɪs/

Ορισμός και σημασία του "sociative case"στα αγγλικά

Sociative case
01

κοινωνική πτώση, πτώση συσχέτισης

a grammatical form that indicates a social relationship or association between people or things
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sociative cases
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store