Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sociative case
01
κοινωνική πτώση, πτώση συσχέτισης
a grammatical form that indicates a social relationship or association between people or things
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sociative cases



























