to bowl over
bowl
bəʊl
bewl
o
əʊ
ew
ver

Ορισμός και σημασία του "bowl over"στα αγγλικά

to bowl over
01

εξιτάρω, εντυπωσιάζω βαθιά

to completely impress someone 
to bowl over definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
bowl
ενεστώτας
bowl over
γ΄ ενικό πρόσωπο
bowls over
ενεστώτα μετοχή
bowling over
απλός αόριστος
bowled over
παθητική μετοχή
bowled over
Παραδείγματα
The breathtaking view from the mountaintop bowled her over. 

Η εντυπωσιακή θέα από την κορυφή του βουνού την σύγκινησε βαθιά.

02

ρίχνω, γκρεμίζω

to cause something to fall by pushing or hitting it 
Παραδείγματα
The strong wind bowled over the stack of chairs outside. 

Ο δυνατός άνεμος κατέρριψε τη στοίβα από καρέκλες έξω.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store