acumen
a
ˈæ
ā
cu
kjʊ
kyoo
men
mən
mēn
albuminrumenbitumencrewman

Ορισμός και σημασία του "acumen"στα αγγλικά

01

οξυδέρκεια, αγχίνοια

sharp judgment and quick decision-making, especially in practical or professional matters 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her business acumen helped the company grow quickly. 

Η επιχειρηματική της οξυδέρκεια βοήθησε την εταιρεία να αναπτυχθεί γρήγορα.

02

ακμή, οξύτητα

a pointed shape 
Παραδείγματα
The acumen of the blade allowed for precise cutting. 

Η οξύτητα της λεπίδας επέτρεψε ακριβή κοπή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store