Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Exposure compensation
01
αντιστάθμιση έκθεσης, διόρθωση έκθεσης
a camera setting that allows the user to adjust the camera's exposure settings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
exposure compensations
LanGeek



























